Pages

Friday, 2 October 2020

Η ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ, Περί Βίας και Πολιτικής Ανυπακοής

Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός της διαρκούς κοινωικής διχοτόμησης και μετατροπής κοινωνικών ομάδων σε πολιτικά στρατόπεδα. Δεν πρόκειται για κάποια ανεξέλεγκτη διαδικασία, αλλά πιθανότατα επαρκώς μετρημένη από τα εκάστοτε κυβερνητικά και εξουσιαστικά κέντρα. Το διάστημα αυτό οι μαθητικές κοινότητες αποτέλεσαν αναπόφευκτα τμήμα του φαινομένου αυτού, μπαίνοντας στο επίκεντρο και μετριάζοντας το φαινόμενο για επαγγελματικές και ταξικές ομάδες. Ο τομέας της εκπαίδευσης δεν θα μπορούσε να λείψει, ως φύσει πολιτική διαδικασία δύο συνιστωσών. Από τη μια πλευρά έχει πολιτκό χαρακτήρα ως κατασκευασμένη από τις κυριαρχούσες πολιτικές δυνάμεις και οικονομικές ιδεολογίες. Από την άλλη, ως διαδικασία σκοπό έχει (έστω και σε θεωρητικό επίπεδο) τον εξανθρωπισμό, την κατάκτηση κάθε είδους γνώσης και ικανοτήτων – κοινωνικών και μη – με αποτέλεσμα τη δημιουργία των ευνοϊκότερων συνθηκών για την ατομική και τελικά την κοινωική απελευθέρωση. Ο εκθετικός εκφυλισμός της στην παραγωγή επαγγελματιών και την εξέταση των νέων ως μονάδων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φύση της εκπαίδευσης. Καθώς έλεγε ο P. Freire ‘Ως ιδανικό η εκπαίδευση αναφέρεται σε ένα πρότυπο «πολιτισμικής πολτικής» (cultural politics) που υπερβαίνει τα θεωρητικά όρια κάθε είδους πολιτικού δόγματος, συνδέει τη θεωρία με την πράξη και με τις βαθύτερες μορφές απελευθέρωσης...’.

Ως συστατικό ατομικής και κοινωνικής αλλαγής, η εκπαίδευση έχει αναπόφευκτα και χαρακτήρα επαναστατικό σε προέκταση της πολιτικής της φύσης. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συνειδητή πράξη αγώνα εναντίον και σε πείσμα φαινομενικής ή πραγματικής κυριαρχίας, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί βεβιασμένα και προκλητικά ως πράξη βίας ή να στιγματιστεί ως αντιδραστική. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί η διπλή διάσταση τόσο της βίας, όσο και της πολιτικής ανυπακοής και η σημασία τους στην ουσία και τη λειτουργικότητα της κοινωνικής εξέλιξης. Κατ’ αρχάς, μιλώντας για πολιτική ανυπακοή μιλάμε για εσκεμμένη και στοχευμένη παραβίαση του νόμου για έναν ζωτικό κοινωνικό σκοπό (H. Zinn). Παρά, λοιπόν, τη θλιβερή προσπάθεια των ΜΜΕ για εξίσωση των εκπαιδευτικών (και υπολοίπων) αντιδράσεων με τους ψεκασμένους του κάθε τόπου, πρόκειται για πλήρως συνειδησιακή πολτική δράση. Η προσπάθεια και των τεσσάρων εξουσιών για αφαίρεση της συνειδησιακής διάστασης των δράσεων οδηγεί στο φαινομενικό εκμηδενισμό και απαξίωσή τους σε απλές αναταραχές και ανομίες.

Στον αγώνα αυτό ΜΜΕ και λοιποί καρνάβαλοι είναι σύμμαχοι και στρατιώτες της κυρίαρχης τάξης. Είναι ακριβώς αυτή η αφηρημένη υπακοή στη νομοκρατία και η εξύμνηση του έννομου «κράτους δικαίου» που συγκαλείπτει έναν υφέρποντα ολοκληρωτισμό. Το δίδυμο αυτό τελικά καλύπτει την πραγματική και ουσιώδη αναταραχή της καθημερινής ζωής και τη νομοθετική και εκτελεστική βία, παραβλέποντας πως ‘η πολιτική ανυπακοή συμπληρώνει την αμιγώς νομική αντίληψη της συνταγματικής δημοκρατίας’ (Rawls), καθώς εκκινεί από ένα δημόσιο (κοινό) αίσθημα κοινωνικής και πολιτικής δικαιοσύνης και καταλήγει σε αγώνα για θεσμικές μεταβολές σε βάρος της υφιστάμενης αδικίας. Άρα, αναγνωρίζοντας την πολιτική και κοινωνική διάσταση των αγώνων αυτών, καθώς και εναντιώνονται αλλά και διεκδικούν, οδηγούμαστε στον ξεκάθαρο διαχωρισμό των καλώς και κακώς εννοούμενων αγώνων ανυπακοής και βίας.

Είναι ουσιώδες να υπογραμμίσουμε πως η ανυπακοή και η βία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα (πάλι αμφίπλευρα) με την ιστορία τόσο της κοινωνικής, αλλά και της πολιτικής εξέλιξης των κοινωνιών. Αρχικά, με πράξεις αμφισβήτησης του εκάστοτε ιστορικού status quo (νομικού ή μη) επήλθαν όλες οι κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές. Είναι αφελές, επί της ουσίας βλακώδες, να ξεχνάμε ότι οι σελίδες κάθε συντάγματος είναι γραμμένες με το αίμα όσων εναντιώθηκαν στην αδικία. Στην άλλη όψη του νομίσματος βρίσκεται αυτό που ο W. Benjamin ονόμαζε λανθάνουσα παρουσία βίας στο εσωτερικό ενός νομικού θεσμού. Για μια ακόμη φορά έχουμε τις αντικρουόμενες εκφάνσεις βίας διεκδίκησης και επιβολής, θεϊκής και μυθικής. ‘Η δικαιοσύνη είναι η αρχή [Prinzip] κάθε θεϊκής κατασκευής σκοπών και η εξουσία η αρχή [Prinzip] κάθε μυθικής θέσπισης νόμωνΑν η μυθική βία θεσπίζει το δίκαιο, η θεϊκή το καταστρέφει. Η πρώτη είναι αιματηρή, η δεύτερη είναι θανάσιμη αναίμακτα’ (W. Benjamin).

Και αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο συγκρουόμενες μορφές και ο λόγος που οποιαδήποτε προσπάθεια εξίσωσης είναι τουλάχιστον για γέλια. Τι είναι, όμως, αυτό που συνιστά το προσωπείο του υφέρποντα ολοκληρωτισμού; Η απάντηση είναι η προφανής, είναι οι στρατιώτες της φιλελεύθερης ολιγαρχίας, είναι οι δημοσιογράφοι, η λματ (λούμπεν μεγαλοαστική τάξη), οι αστόχαστοι διανοούμενοι, οι κυρ-Παντελήδες του κόσμου. Όλοι αυτοί, οι εξυμνητές της τυφλής υπακοής και καθοδηγητές της ετερονομίας αποτελούν το λίπασμα της ενστάλαξης της κάθε καθεστηκυϊας τάξης, συγκαλύπτοντας την κάθε αδικία της σύγχρονης κοινωνίας, έως και τις επιβολές απειλών και κυρώσεων στα παιδικά μαύρα πρόβατα. Λιπαίνουν την έμφυτη τάση των ανθρώπων να εγκαταλείπουν την πρωτοβουλία αναζητώντας οδηγίες και καταφύγιο στο πρόσωπο ενός ηγέτη. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από κρίσεις και καταστροφικά φυσικά φαινόμενα (φωτιές, πανδημίες κλπ), τα οποία και αυτά θα δημιουργήσουν ιδανικές συνθήκες επιβολής έκτακτων μέτρων (νομοθετική βία), αποσπώντας μάλιστα και τους τεμενάδες των ανωτέρω ομάδων.

Φτάνουμε με αυτόν τον τρόπο στη διαχρονική και παγκόσμια «πανδημία», αυτή του συμβιβασμού και του «πάλι καλά να λες». Για να επικαλεστώ μια ακόμη φορά τον W. Benjamin, Κανένας συμβιβασμός, όσο εκκούσια κι αν επιλέγεται δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη κάποιου εξαναγκασμού. «Και μη χειρότερα» είναι η βαθύτερη αίσθηση πίσω από κάθε συμβιβασμό’. Καταλήγουμε στον υποβιβασμό του ανθρώπου σε μια διαρκή ολιγάρκεια, στον εκμηδενισμό της επιδίωξης, τον αφανισμό της προόδου και τη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, στην άνευ όρων παράδοση της ελευθερίας για ένα κομμάτι ασφάλειας και δήθεν τάξης. Η κατασκευασμένη και επιβεβλημένη ανάγκη του ανθρώπου για σωτήρα οδηγεί στη μετατροπή του σε απολιτικό ζώον δίπουν, άπτερον και πλατώνυχον, ανίκανο να φτάσει στην φαντασίωση μιας ιδανικής ή έστω καλύτερης κοινωνίας, έρμαιο της κάθε εξουσίας, φτιαγμένο έτσι ώστε να πιστεύει ότι ήταν και δική του απόφαση. Η έλλειψη κάθε αυτονομίας, δηλαδή ‘μιας κοινωνίας που γνωρίζει πως οι θεσμοί της, οι νόμοι της είναι δικό της προϊόν και κατά συνέπεια μπορεί να τους αμφισβητήσει και να τους αλλάξει’ (Κ. Καστροριάδης), είναι η κυρίαρχη πανούκλα εδώ και χρόνια.

Κάθε έκτακτη ανάγκη είναι ευκαιρία επιβολής (όπως αναλυτικά περιγράφει στο «Δόγμα του Σοκ» η Ν. Κλάιν), κάθε επιβολή είναι βία, νομθετική, θεσμική και θλιβερώς αδιάφορη για τη μάζα βία! Η μοναδική δημορκατική θεσμική συνιστώσα της κοινωνίας υπήρξε ανέκαθεν ο σκεπτόμενος πολίτης, ο οποίος είχε την ικανότητα και τη θέληση να αμφισβητήσει την υπαρκτή εξουσία, να κρίνει την αδικία ενός νόμου και να αγωνιστεί προς την αντικατάστασή του, να αγωνιστεί δηλαδή συνειδητά για τον αυτοκαθορισμό, την εξέλιξη και διαμόρφωση της μοίρας του ατομικά, αλλά και της κοινωνίας συνολικά και συλλογικά. Ο πολίτης αυτός, όπως σωστά υπενθυμίζει ο Κ. Καστοριάδης, δεν είναι δώρο καμιάς καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά ίζημα αγώνων πολλών αιώνων. Για το λόγο αυτό είναι σπουδαίας σημασίας κάθε συνειδησιακή πράξη αμφισβήτησης και διεκδίκησης, πολλώ δε μάλλον από τις ανερχόμενες γεννιές για τις οποίες θα αποτελέσει κεφαλαιώδους σημασίας εκπαιδευτική διαδικασία η πρόκληση αναμόρφωσης του σχολείου και της κοινωνίας. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαθεί ο άνθρωπος στη δίνη του επείγοντος, στη μάχη μεταξύ της ηθικής του δικαίου και της νομοκρατίας, στο θάνατο της φαντασίωσης, στην αρρώστια της ολιγάρκειας της ολιγαρχίας.

‘Όποιος νίπτει τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δε σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών’. (P. Freire)


Monday, 9 March 2020

Ηθικόν ακμαιότατον, Ηθική σε σήψη


‘Είδα μια μέρα ένα παιδί στο σχολείο να κακομεταχειρίζεται ένα μικρότερο αγόρι. Αγανάκτησα, αλλά μου απάντησε: «Οι μεγαλύτεροι με χτυπούν και εγώ χτυπώ τους μικρότερους. Είναι δίκαιο». Με αυτά τα λόγια συνόψισε την ιστορία του ανθρώπινου είδους’.

Με την ανακοίνωση ασκήσεων με πραγματικά πυρά στην συνοριογραμμή με την Τουρκία, την οποία εξέδωσε ο Στρατός για την Καθαρά Δευτέρα (02/03/2020), δημιουργήθηκαν οι πρώτες αντανακλαστικές ανησυχίες, που έρχονται να επιβεβαιωθούν μόλις δύο ημέρες αργότερα με την αναγγελία θανάτου Σύρου πρόσφυγα από ελληνικά αστυνομικά πυρά. Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα γύρω από ένα καλοστημένο πολεμοχαρές κλίμα παράνοιας, κάτι που μας εμποδίζει να σταθούμε αμέτοχοι και άφωνοι σεβόμενοι τις αξίες τις οποίες τιμούμε πρώτα ατομικά.
Παρατηρείται τις τελευταίες μέρες μια έξαρση παραπληροφόρησης, χειραγώγησης και φανατισμού υπό το παιάνισμα πολεμικών κορόνων και μιλιταριστικών εμβατηρίων τόσο από τους κυβερνώντες, όσο και από τα ΜΜΕ. Γίνεται καθημερινή χρήση φράσεων, όπως ‘εισβολή’, ‘εθνικό φρόνημα’, ‘ασύμμετρη απειλή’, αναφορές σε ‘ακμαίο ηθικό‘,  ‘σθεναρή αντίσταση’ και άλλων πολλών προπαγανδιστικών εκφράσεων και ειδήσεων με τη χρήση μιας άκρως επικίνδυνης, αλλά προμελετημένης, πολεμικής ρητορικής. Όλα αυτά, βέβαια, στα πλαίσια μιας ευρύτερης πολιτικής καλλιέργειας εθνικής συνείδησης και ψευδο-υπερηφάνειας στηριζόμενη αποκλειστικά σε στρατιωτικά και θρησκευτικά δεκανίκια. Εν ολίγοις, αναβιώνει σήμερα ένα καθεστώς επιβολής φόβου με ταυτόχρονη επίκληση στην αγωνιστική υπερηφάνεια του Ελληνικού λαού, στρατού και λοιπών δυνάμεων.
Βέβαια, δεν περιμέναμε τις μέρες αυτές, ώστε να πέσουμε από τα σύννεφα. Ο μεγάλος πασιφιστής του περασμένου αιώνα Μπέρναρντ Ράσελ επεσήμανε ‘Κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου...Ο συλλογικός φόβος ερεθίζει το αγελαίο ένστικτο και τείνει να προκαλεί το μένος εναντίον αυτών που δεν θεωρούνται μέρος της αγέλης.’ Η επικράτηση του φόβου δεν ήρθε από μόνη της, αλλά με αιώνες συστηματικής επιβολής, διαρκούς αποδυνάμωσης των αντοχών των ανθρώπων όλου του κόσμου και κυρίως της κατευθυνόμενης δημιουργίας εχθρών.
Το αγελαίο ένστικτο είναι αυτό που ξεμπροστιάζει το φύσει βίαιο (κακό) – κατά Hobbes - χαρακτήρα του ανθρώπου. Κατά τον ίδιο, η επίσης εγγενής λογική του ανθρώπου ήταν η μόνη ειρηνοποιός δύναμη ικανή να κατευνάσει αυτές τις βίαιες εκρήξεις του ανθρώπινου ευδαιμονισμού. Όπου υπάρχει φόβος, είναι εκμεταλλεύσιμος, γιατί ο φόβος φωλιάζει στην αδυναμία. Με κάθε υποψία έλλειψης αιτίας φόβου, θα κατασκευάζεται μια καθώς ο άνθρωπος κουρδίζεται πιο εύκολα in extremis. Είναι, λοιπόν, πρόδηλη η ανάγκη ύπαρξης βαρβάρων, όσο είναι και η ανάγκη ύπαρξης ηρώων για τη νοσούσα, αλλά και νοσηρή,  εθνικοφροσύνη.
Πίσω από τις εξουσίες, των οποίων η περηφάνια έχει καταστρέψει την ανθρωπότητα, στέκονται οι υπομένοντες πληθυσμοί, οι οποίοι υποφέρουν και πεθαίνουν. Σε αυτούς, η παράνοια του πολέμου και η αποτυχία των κυβερνήσεων γίνονται πιο ορατές από ποτέ. Πρέπει να επικαλεστούμε την ανθρωπιά και τη συλλογική σοφία αν δεν θέλουμε ο πολιτισμός να αφανιστεί εντελώς μέσα στο αυτοκτονικό παραλήρημα’ έλεγε ακόμα ο Ράσελ. Ελάχιστα μπορούμε να προσθέσουμε εμείς στη διαχρονικότητα των λόγων αυτών. 


Μια ολόκληρη χώρα βρίσκεται σε προσπάθεια στροφής της ενάντια στα κατατρεγμένα παιδιά αυτού του κόσμου, την ίδια ώρα που ενθαρρύνονται τα δικά της παιδιά να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους κούκλες στο ίδιο πανηγύρι. Διανύουμε μια περίοδο κρίσιμη για κάθε κοινωνία, βρισκόμαστε σε ένα σημείο που η δράση είναι επιταγή. Σε τέτοιες συνθήκες και χρονικές συγκυρίες ακόμα και η η στάση του ‘Ναι μεν, αλλά’ δεν είναι αποδεκτή, καθως γίνεται το χώμα το οποίο θρέφει τις ρίζες του μισανθρωπισμού.
Η διαμάχη των παρατεταμένων δυνάμεων και στη μέση εγκλωβισμένες ψυχές υπό το βλέμμα των ιπτάμενων ευρωπαϊκών παρατηρητών-αυτουργών είναι ίσως η ισχυρότερη εικόνα ηθικής χυδαιότητας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Στεκόμαστε ενάντια στην εργαλειοποίηση των προσφύγων και των φαντάρων της χώρας μας, και κάθε χώρας και βρισκόμαστε δίπλα στα παιδιά και των δύο πλευρών του συρματοπλέγματος. Στεκόμαστε ενάντια στην έξαρση παραφροσύνης και καλλιέργειας πολεμικού κλίματος σε καιρό ειρήνης. Ως υπέρμαχοι της ελευθερίας, στεκόμαστε αντίβαρο στο ζύγι της ελεύθερης συνύπαρξης και στην ανάγκη του ανθρώπου να συμπορεύεται, χωρίς να ακολουθεί, και να μοιράζεται την ομοιότητα του ανόμοιου.
Απέναντι από τις κατασκευασμένες βαρβαρικές σκιές πρέπει να αναστηλωθεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Απέναντι στην ηρωοποίηση των παραστρατιωτικών ομάδων θα βάζουμε τις ηρωίδες γιαγιάδες και τους ψαράδες της Λέσβου.
Απέναντι στις πολιτικές εντολές αποτροπής προσφυγικών βαρκών με κάθε κόστος θα τιμούμε τον Κυριάκο Παπαδόπουλο.
Απέναντι στα Μέσα καλλιέργειας φανατισμού και μισαλλοδοξίας θα θυμόμαστε τον Γιάννη Μπεχράκη.
Απέναντι σε κάθε μιλίτσια θα προτάσσουμε τον Άνθρωπο.
Απέναντι στην κακογραμμένη ιστορία των πολέμων θα βάζουμε την αιώνια και πανανθρώπινη ιστορία της προσφυγιάς, των διωγμών και της αλληλεγγύης.