Pages

Tuesday, 12 March 2013

Το θεώρημα του μεθυσμένου πεζού



Έστω ότι μεθυσμένος επιλέγει να γυρίσει περπατώντας σπίτι του βγαίνοντας από τον τελευταίο σταθμό του χαραγμένου με οινόπνευμα δρομολογίου του.
Δέχομαι την κοινωνία ως «υπό εξέλιξη» ζωντανό οργανισμό, παρά ένα σύνολο μεμονωμένων ιστορικών χρονικών συνόλων. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική ως προς την έννοια της συνέχειας και των – κατ’ επέκταση – συνεπειών μιας εποχής στη διαμόρφωση της επόμενης. Ατομικά, όμως, ο άνθρωπος στερείται της δυνατότητας βιώματος των ήδη πεπραγμένων της κοινωνίας του και αφήνεται, όχι απαραίτητα αβούλως μα κατασκευαστικά, στο βίο του παροντικού αποτελέσματος των πεπραγμένων αυτών. Αναπόφευκτα διακρίνεται μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνίας και ατόμου που βέβαια απέχει σημαντικά από σχέση δράσης-αντίδρασης λόγω της φυσιολογικής αδυναμίας του μεμονωμένου. Καθίσταται για το λόγο αυτό η αθροιστική ισχύς των μεμονωμένων αδυναμιών εξέχουσας θέσης στα διαδραστικά αυτά βιώματα των κοινωνικών σχέσεων.
Ο μεθυσμένος στη φιλότιμη προσπάθειά του επιστροφής έχει τη δυνατότητα να κινηθεί κάνοντας ένα βήμα τη φορά προς μία από τις τέσσερις κατευθύνσεις (μπροστά, δεξιά, αριστερά, πίσω).
Κατά συνέπεια, ατομικές προσπάθειες δε θα μπορούσαν να φέρουν απλά συγκινητικές ιστορίες και λιγότερο πιθανά αποτελέσματα στο ρου αυτόν της «κοινωνικής εξέλιξης». Σε περιόδους αναγνωρίσιμης καμπής, γνωστές και ως περίοδοι κρίσης, ο καθένας είναι σε θέση να εξαγριωθεί διατυμπανίζοντας την απαίτησή του για αλλαγή. Οι ρομαντικοί, δε, θα διεκδικήσουν κάποια επανάσταση ξεχνώντας με θεαματικό τρόπο το χαρακτηριστικό της συνέχειας αυτής της «κοινωνικής συνάρτησης». Οποιαδήποτε, δε, προσπάθεια ‘ανάστασης’ προηγούμενων ευγενικών (κατά τας γραφάς) εποχών είναι το λιγότερο πια ειρωνική.
Έτσι, ο μεθυσμένος με μια ακολουθία βημάτων προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις έχει τη δυνατότητα να καταλήξει στο στόχο του.
‘Κάθε πράξη επανάστασης εκφράζει μια νοσταλγία για μια αθωότητα και μια έκκληση στην ουσιία του «είναι»’ δηλώνει με μεγάλη ακρίβεια ο Α.Camus. Πόσο ρεαλιστικός και ορθός οδηγός ως προς τις προθέσεις και τους στόχους του, όμως, είναι η νοσταλγία; Μα δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά έναν ‘αποπλανητικό ψεύτη’ όπως υπερασπίζεται ο G.Ball και με βρίσκει οδυνηρά σύμφωνο. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναπολήσει κανείς περασμένες εποχές θα καταλήγουν πάντα σε ένδοξες αποτυχίες, σε λαθραίες περηφάνιες, θα καθρεφτίζουν στη ζωή μας στολίδια σκονισμένα που δεν υπήρξαν ποτέ παρά μόνο όταν τα θυμηθήκαμε.
Γιατί τα όνειρα σκαρώνονται ομορφότερα σε ηλικίες που το παρελθόν είναι ασήμαντο και αθεράπευτα αδιάφορο, όπου το ταβάνι δε χτίζεται με φανταχτερές ανακλάσεις πρότερων φανταστκών στιγμών αλλά ούτε και ορθώνονται τοίχοι στα μάτια μας μπροστά για να διατάξουν γεμάταοι οκνηρία μεταβολή.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ούτε οργή ούτε χιλιοπαιγμένες παραστάσεις επαναστάσεων. Αυτό που προκύπτει ως επιταγή και διαφαίνεται ως μοναδική ευκαιρία (κόντρα σε συστημικές προτάσεις ανεξαρτήτως προβαλλόμενου στρατοπέδου) είναι μια ειλικρινώς αθώα κοινωνική γέννηση. Να οριστεί ο κόσμος από την αρχή κρατώντας μόνο τις αποδεδειγμένα κεκτημένες θεωρίες, να οριστούν ιδέες, ήθη, να χαραχτούν ιδεολογίες που περιλαμβάνουν το μέλλον ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, ιδεολογίες που εκλείπουν εδώ και χρόνια. Ξεχνάμε σαδιστικά πως το παρελθόν μας έπλασε το παρόν αυτό που καταδικάζει τις ευχές να ακούγονται τυπικές και στα οράματα να μπαίνουν σύνορα, το παρόν που σε έδιωξε από εσένα και που δεν άφησε δίπλα σου χώρο για κανέναν. Όσο μας μεθάνε νοσταλγικά πλασμένες αναμνήσεις και χάρτινες ιδέες στερούμενες νοήματος, τότε η κοινωνία θα είναι εξ ορισμού δεσμευμένη σε κυκλικές τροχιές.
Σύμφωνα με το θεώρημα του Pólya ο μεθυσμένος έχει 100% πιθανότητα πως θα επιστρέψει στο μπαρ από το οποίο επιχείρησε να φύγει.

Αν Όχι Τώρα Τότε Πότε;



Έχουμε τρελαθεί εντελώς.

Δεν ξέρω πόσων μοιρών είναι η κλίση που έχουμε πάρει, αλλά το ότι το καράβι βυθίζεται είναι γεγονός και όσοι δεν το βλέπουν είναι είτε επειδή έσπρωξαν βιαστικά τα γυναικόπαιδα και την έκαναν με τις μια-δυο σωστικές λέμβους και έχουν τις πλάτες τους γυρισμένες στο ναυάγιο είτε επειδή έχουν κλείσει τα μάτια τους και το έργο που παίζεται μπροστά τους έχει να κάνει μόνο με τη δική τους φουσκάλα πραγματικότητας.

Επιβάτη που την έκανες, εύγε. Σώθηκες και πρέπει να υποθέσω ότι δεν το’ σκασες και με άδεια χέρια, οπότε είσαι ασφαλής. Συγχαρητήρια, αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν έχω καμία πρόθεση να συνεχίσω να ασχολούμαι μαζί σου ή να σε συμπεριλάβω στην κουβέντα μου, γιατί δεν μου προκαλείς κάτι άλλο πέρα από οίκτο – τον κακό οίκτο, αν αυτό δεν έγινε σαφές. Αρκετά μ’ εσένα.

Εσύ όμως που είσαι ακόμα πάνω και προσποιείσαι ότι όλα πάνε καλά στο μικρόκοσμό σου, ναι εσύ, σου έχω νέα. Ναι. Το καράβι βυθίζεται. Και δεν αναφέρομαι στα οικονομικά, που, δεν μπορεί, όλο κάπου θα το έχει πάρει το αυτί σου ακόμα και η ενημέρωσή σου να προέρχεται από το κουτί με τα δημητριακά. Αναφέρομαι στο καράβι του οποίου στο (ρομαντικό, ναι) μυαλό μου είμαστε όλοι επιβάτες και έχει στο πλάι του γραμμένο το όνομα Ανθρωπιά.

Τα βάζω μαζί σου, γιατί τα κλειστά σου μάτια βυθίζουν το καράβι γρηγορότερα. Είσαι εσύ που ακούς διαρκώς ότι μετανάστες γίνονται θύματα κάθε είδους κτηνωδίας, εξευτελισμού και απάνθρωπης μεταχείρισης και αφήνεις την πληροφορία να κυκλοφορεί άβουλα στον οργανισμό σου, ώσπου να αναπτύξεις ανοσία. Και μετά με τη σειρά σου ν’ αναρωτηθείς πώς θα την κάνεις για έξω γιατί δεν παλεύεται πια η κατάσταση στην Ελλάδα, χωρίς ν’ αντιληφθείς την εκκωφαντική ειρωνεία ή έστω τον παραλληλισμό.

Είσαι εσύ που βλέπεις φωτογραφίες παιδιών κακοποιημένων να δημοσιεύονται (αναρωτήθηκες άραγε γιατί από τόσους «εγκληματίες» αυτούς μας έδειξαν μονάχα;) και ανασήκωσες τους ώμους στην ιδέα ότι τέτοιες πρακτικές λαμβάνουν χώρα. Δεν σου ζητώ να καταδικάσεις κάποια μεριά, ο επίσης ρομαντικός εαυτός μου θέλει ακόμα να εναποθέτει τη διαλεύκανση τέτοιων ζητημάτων στη δικαιοσύνη (αν και τώρα τελευταία ακόμα και αυτή άρχισε να λασκάρει το μαντήλι που που είναι δεμένο γύρω από τα μάτια της). Όμως -συγγνώμη και για τον τόνο, αλλά με εξοργίζεις- δεν αντέδρασες καν στην ιδέα. Από μια ιδέα και την υποδοχή της ξεκινάνε όλα, και η σιωπή σου είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση αυτών που θα γυρίσουν και θα πουν «ε και καλά τους κάναμε». Η σιωπή σου και η υποταγμένη μοιρολατρία σου είναι το πρόσφορο έδαφος όπου φασιστικά φυτά φυτρώνουν και καρποφορούν. Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο θυμώνω, πώς μπορείς να μην αντιδράς; Θέλεις ελαφρυντικά της κατηγορίας του «έχω τα δικά μου προβλήματα, δεν μπορώ να ασχολούμαι με αυτά των άλλων». Μάλλον εσφαλμένα σε υπολογίζω ως επιβάτη, κι εσύ στην εγκατάλειψη του πλοίου είσαι.

Γιατί δεν γίνεται, ακόμα και να μην έχεις να φας φίλε μου, να μην σου ανακατεύονται τα εντόσθια στην ιδέα ενός άλλου συν-ανθρώπου να βασανίζεται, να εξευτελίζεται, να γίνεται σκουπίδι για οποιονδήποτε λόγο, είτε αυτό είναι το χρώμα του δέρματός του είτε τα πιστεύω του. Αν δε μίλησες τόσο καιρό, αν δεν χτύπησες τη γροθιά σου στο τραπέζι για όλα τα άλλα μύρια προβλήματα που πέφτουν σαν όξινη βροχή πάνω σου, μίλα γι’ αυτό, τι περιμένεις;

Η λέξη που ήταν στις άκρες των χειλιών μου αλλά δίσταζα να προφέρω καιρό, ωρίμασε, και μάλλον πρέπει να βγει και να ενωθεί με όλες εκείνες που καιρό τώρα τη λένε, την πιστεύουν και την οραματίζονται. Επανάσταση.

Αν υπάρχει ένα τελευταίο καταφύγιο για την ελπίδα και την αισιοδοξία και αυτά τα ρημαδορομαντικά μυαλά που κουβαλάμε, αυτό είναι η επανάσταση και το ταυτόχρονο γρονθοκόπημα σε όλα τα υλικά και άυλα τραπέζια μπροστά μας.

Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και δεν βλέπω το λόγο ν’ αλλάξω τροπάριο τώρα. Η επανάσταση δεν χρειάζεται να σε μεταμορφώσει στο ίδιο τέρας με αυτά που πολεμάς – γιατί τότε το τέρας κερδίζει  δεν το βλέπεις; - αλλά μη γελιέσαι, κι αυτός πόλεμος είναι. Η πολλή απάθεια σε έκανε μαλθακό φίλε, και πλανάσαι πλάνην οικτρά αν πιστεύεις ότι αν επικεντρωθείς στο φούσκωμα του δικού σου σωσιβίου δεν θα σε παρασύρει η ρουφήχτρα του πλοίου που βυθίζεται.

Ξύπνα επιβάτη, άνοιξε τα μάτια σου, σταμάτα να επαναλαμβάνεις τις υπνοπαιδιές του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου και κοίτα γύρω σου. Το καράβι βυθίζεται. Ήρθε η ώρα να πάρουμε το πηδάλιο στα χέρια μας.