Έστω ότι μεθυσμένος επιλέγει
να γυρίσει περπατώντας σπίτι του βγαίνοντας από τον τελευταίο σταθμό του
χαραγμένου με οινόπνευμα δρομολογίου του.
Δέχομαι την κοινωνία ως «υπό
εξέλιξη» ζωντανό οργανισμό, παρά ένα σύνολο μεμονωμένων ιστορικών χρονικών
συνόλων. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική ως προς την έννοια της συνέχειας και
των – κατ’ επέκταση – συνεπειών μιας εποχής στη διαμόρφωση της επόμενης.
Ατομικά, όμως, ο άνθρωπος στερείται της δυνατότητας βιώματος των ήδη πεπραγμένων
της κοινωνίας του και αφήνεται, όχι απαραίτητα αβούλως μα κατασκευαστικά, στο
βίο του παροντικού αποτελέσματος των πεπραγμένων αυτών. Αναπόφευκτα διακρίνεται
μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνίας και ατόμου που βέβαια απέχει
σημαντικά από σχέση δράσης-αντίδρασης λόγω της φυσιολογικής αδυναμίας του
μεμονωμένου. Καθίσταται για το λόγο αυτό η αθροιστική ισχύς των μεμονωμένων
αδυναμιών εξέχουσας θέσης στα διαδραστικά αυτά βιώματα των κοινωνικών σχέσεων.
Ο μεθυσμένος στη φιλότιμη
προσπάθειά του επιστροφής έχει τη δυνατότητα να κινηθεί κάνοντας ένα βήμα τη
φορά προς μία από τις τέσσερις κατευθύνσεις (μπροστά, δεξιά, αριστερά, πίσω).
Κατά συνέπεια, ατομικές
προσπάθειες δε θα μπορούσαν να φέρουν απλά συγκινητικές ιστορίες και λιγότερο
πιθανά αποτελέσματα στο ρου αυτόν της «κοινωνικής εξέλιξης». Σε περιόδους
αναγνωρίσιμης καμπής, γνωστές και ως περίοδοι κρίσης, ο καθένας είναι σε θέση
να εξαγριωθεί διατυμπανίζοντας την απαίτησή του για αλλαγή. Οι ρομαντικοί, δε, θα
διεκδικήσουν κάποια επανάσταση ξεχνώντας με θεαματικό τρόπο το χαρακτηριστικό
της συνέχειας αυτής της «κοινωνικής συνάρτησης». Οποιαδήποτε, δε, προσπάθεια
‘ανάστασης’ προηγούμενων ευγενικών (κατά τας γραφάς) εποχών είναι το λιγότερο
πια ειρωνική.
Έτσι, ο μεθυσμένος με μια
ακολουθία βημάτων προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις έχει τη δυνατότητα να
καταλήξει στο στόχο του.
‘Κάθε πράξη επανάστασης
εκφράζει μια νοσταλγία για μια αθωότητα και μια έκκληση στην ουσιία του
«είναι»’ δηλώνει με μεγάλη ακρίβεια ο Α.Camus.
Πόσο ρεαλιστικός και ορθός οδηγός ως προς τις προθέσεις και τους στόχους
του, όμως, είναι η νοσταλγία; Μα δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά έναν
‘αποπλανητικό ψεύτη’ όπως υπερασπίζεται ο G.Ball και με
βρίσκει οδυνηρά σύμφωνο. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναπολήσει κανείς περασμένες
εποχές θα καταλήγουν πάντα σε ένδοξες αποτυχίες, σε λαθραίες περηφάνιες, θα
καθρεφτίζουν στη ζωή μας στολίδια σκονισμένα που δεν υπήρξαν ποτέ παρά μόνο
όταν τα θυμηθήκαμε.
Γιατί τα όνειρα σκαρώνονται
ομορφότερα σε ηλικίες που το παρελθόν είναι ασήμαντο και αθεράπευτα αδιάφορο,
όπου το ταβάνι δε χτίζεται με φανταχτερές ανακλάσεις πρότερων φανταστκών
στιγμών αλλά ούτε και ορθώνονται τοίχοι στα μάτια μας μπροστά για να διατάξουν
γεμάταοι οκνηρία μεταβολή.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι
ούτε οργή ούτε χιλιοπαιγμένες παραστάσεις επαναστάσεων. Αυτό που προκύπτει ως
επιταγή και διαφαίνεται ως μοναδική ευκαιρία (κόντρα σε συστημικές προτάσεις
ανεξαρτήτως προβαλλόμενου στρατοπέδου) είναι μια ειλικρινώς αθώα κοινωνική
γέννηση. Να οριστεί ο κόσμος από την αρχή κρατώντας μόνο τις αποδεδειγμένα
κεκτημένες θεωρίες, να οριστούν ιδέες, ήθη, να χαραχτούν ιδεολογίες που
περιλαμβάνουν το μέλλον ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, ιδεολογίες που
εκλείπουν εδώ και χρόνια. Ξεχνάμε σαδιστικά πως το παρελθόν μας έπλασε το παρόν
αυτό που καταδικάζει τις ευχές να ακούγονται τυπικές και στα οράματα να
μπαίνουν σύνορα, το παρόν που σε έδιωξε από εσένα και που δεν άφησε δίπλα σου
χώρο για κανέναν. Όσο μας μεθάνε νοσταλγικά πλασμένες αναμνήσεις και χάρτινες
ιδέες στερούμενες νοήματος, τότε η κοινωνία θα είναι εξ ορισμού δεσμευμένη σε
κυκλικές τροχιές.
Σύμφωνα με το θεώρημα του Pólya ο
μεθυσμένος έχει 100% πιθανότητα πως θα επιστρέψει στο μπαρ από το οποίο
επιχείρησε να φύγει.