Pages

Friday, 2 October 2020

Η ΟΛΙΓΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ, Περί Βίας και Πολιτικής Ανυπακοής

Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός της διαρκούς κοινωικής διχοτόμησης και μετατροπής κοινωνικών ομάδων σε πολιτικά στρατόπεδα. Δεν πρόκειται για κάποια ανεξέλεγκτη διαδικασία, αλλά πιθανότατα επαρκώς μετρημένη από τα εκάστοτε κυβερνητικά και εξουσιαστικά κέντρα. Το διάστημα αυτό οι μαθητικές κοινότητες αποτέλεσαν αναπόφευκτα τμήμα του φαινομένου αυτού, μπαίνοντας στο επίκεντρο και μετριάζοντας το φαινόμενο για επαγγελματικές και ταξικές ομάδες. Ο τομέας της εκπαίδευσης δεν θα μπορούσε να λείψει, ως φύσει πολιτική διαδικασία δύο συνιστωσών. Από τη μια πλευρά έχει πολιτκό χαρακτήρα ως κατασκευασμένη από τις κυριαρχούσες πολιτικές δυνάμεις και οικονομικές ιδεολογίες. Από την άλλη, ως διαδικασία σκοπό έχει (έστω και σε θεωρητικό επίπεδο) τον εξανθρωπισμό, την κατάκτηση κάθε είδους γνώσης και ικανοτήτων – κοινωνικών και μη – με αποτέλεσμα τη δημιουργία των ευνοϊκότερων συνθηκών για την ατομική και τελικά την κοινωική απελευθέρωση. Ο εκθετικός εκφυλισμός της στην παραγωγή επαγγελματιών και την εξέταση των νέων ως μονάδων έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη φύση της εκπαίδευσης. Καθώς έλεγε ο P. Freire ‘Ως ιδανικό η εκπαίδευση αναφέρεται σε ένα πρότυπο «πολιτισμικής πολτικής» (cultural politics) που υπερβαίνει τα θεωρητικά όρια κάθε είδους πολιτικού δόγματος, συνδέει τη θεωρία με την πράξη και με τις βαθύτερες μορφές απελευθέρωσης...’.

Ως συστατικό ατομικής και κοινωνικής αλλαγής, η εκπαίδευση έχει αναπόφευκτα και χαρακτήρα επαναστατικό σε προέκταση της πολιτικής της φύσης. Κατά συνέπεια, οποιαδήποτε συνειδητή πράξη αγώνα εναντίον και σε πείσμα φαινομενικής ή πραγματικής κυριαρχίας, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί βεβιασμένα και προκλητικά ως πράξη βίας ή να στιγματιστεί ως αντιδραστική. Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να τονιστεί η διπλή διάσταση τόσο της βίας, όσο και της πολιτικής ανυπακοής και η σημασία τους στην ουσία και τη λειτουργικότητα της κοινωνικής εξέλιξης. Κατ’ αρχάς, μιλώντας για πολιτική ανυπακοή μιλάμε για εσκεμμένη και στοχευμένη παραβίαση του νόμου για έναν ζωτικό κοινωνικό σκοπό (H. Zinn). Παρά, λοιπόν, τη θλιβερή προσπάθεια των ΜΜΕ για εξίσωση των εκπαιδευτικών (και υπολοίπων) αντιδράσεων με τους ψεκασμένους του κάθε τόπου, πρόκειται για πλήρως συνειδησιακή πολτική δράση. Η προσπάθεια και των τεσσάρων εξουσιών για αφαίρεση της συνειδησιακής διάστασης των δράσεων οδηγεί στο φαινομενικό εκμηδενισμό και απαξίωσή τους σε απλές αναταραχές και ανομίες.

Στον αγώνα αυτό ΜΜΕ και λοιποί καρνάβαλοι είναι σύμμαχοι και στρατιώτες της κυρίαρχης τάξης. Είναι ακριβώς αυτή η αφηρημένη υπακοή στη νομοκρατία και η εξύμνηση του έννομου «κράτους δικαίου» που συγκαλείπτει έναν υφέρποντα ολοκληρωτισμό. Το δίδυμο αυτό τελικά καλύπτει την πραγματική και ουσιώδη αναταραχή της καθημερινής ζωής και τη νομοθετική και εκτελεστική βία, παραβλέποντας πως ‘η πολιτική ανυπακοή συμπληρώνει την αμιγώς νομική αντίληψη της συνταγματικής δημοκρατίας’ (Rawls), καθώς εκκινεί από ένα δημόσιο (κοινό) αίσθημα κοινωνικής και πολιτικής δικαιοσύνης και καταλήγει σε αγώνα για θεσμικές μεταβολές σε βάρος της υφιστάμενης αδικίας. Άρα, αναγνωρίζοντας την πολιτική και κοινωνική διάσταση των αγώνων αυτών, καθώς και εναντιώνονται αλλά και διεκδικούν, οδηγούμαστε στον ξεκάθαρο διαχωρισμό των καλώς και κακώς εννοούμενων αγώνων ανυπακοής και βίας.

Είναι ουσιώδες να υπογραμμίσουμε πως η ανυπακοή και η βία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα (πάλι αμφίπλευρα) με την ιστορία τόσο της κοινωνικής, αλλά και της πολιτικής εξέλιξης των κοινωνιών. Αρχικά, με πράξεις αμφισβήτησης του εκάστοτε ιστορικού status quo (νομικού ή μη) επήλθαν όλες οι κοινωνικές και θεσμικές μεταβολές. Είναι αφελές, επί της ουσίας βλακώδες, να ξεχνάμε ότι οι σελίδες κάθε συντάγματος είναι γραμμένες με το αίμα όσων εναντιώθηκαν στην αδικία. Στην άλλη όψη του νομίσματος βρίσκεται αυτό που ο W. Benjamin ονόμαζε λανθάνουσα παρουσία βίας στο εσωτερικό ενός νομικού θεσμού. Για μια ακόμη φορά έχουμε τις αντικρουόμενες εκφάνσεις βίας διεκδίκησης και επιβολής, θεϊκής και μυθικής. ‘Η δικαιοσύνη είναι η αρχή [Prinzip] κάθε θεϊκής κατασκευής σκοπών και η εξουσία η αρχή [Prinzip] κάθε μυθικής θέσπισης νόμωνΑν η μυθική βία θεσπίζει το δίκαιο, η θεϊκή το καταστρέφει. Η πρώτη είναι αιματηρή, η δεύτερη είναι θανάσιμη αναίμακτα’ (W. Benjamin).

Και αυτή είναι η ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στις δύο συγκρουόμενες μορφές και ο λόγος που οποιαδήποτε προσπάθεια εξίσωσης είναι τουλάχιστον για γέλια. Τι είναι, όμως, αυτό που συνιστά το προσωπείο του υφέρποντα ολοκληρωτισμού; Η απάντηση είναι η προφανής, είναι οι στρατιώτες της φιλελεύθερης ολιγαρχίας, είναι οι δημοσιογράφοι, η λματ (λούμπεν μεγαλοαστική τάξη), οι αστόχαστοι διανοούμενοι, οι κυρ-Παντελήδες του κόσμου. Όλοι αυτοί, οι εξυμνητές της τυφλής υπακοής και καθοδηγητές της ετερονομίας αποτελούν το λίπασμα της ενστάλαξης της κάθε καθεστηκυϊας τάξης, συγκαλύπτοντας την κάθε αδικία της σύγχρονης κοινωνίας, έως και τις επιβολές απειλών και κυρώσεων στα παιδικά μαύρα πρόβατα. Λιπαίνουν την έμφυτη τάση των ανθρώπων να εγκαταλείπουν την πρωτοβουλία αναζητώντας οδηγίες και καταφύγιο στο πρόσωπο ενός ηγέτη. Το γεγονός αυτό ενισχύεται από κρίσεις και καταστροφικά φυσικά φαινόμενα (φωτιές, πανδημίες κλπ), τα οποία και αυτά θα δημιουργήσουν ιδανικές συνθήκες επιβολής έκτακτων μέτρων (νομοθετική βία), αποσπώντας μάλιστα και τους τεμενάδες των ανωτέρω ομάδων.

Φτάνουμε με αυτόν τον τρόπο στη διαχρονική και παγκόσμια «πανδημία», αυτή του συμβιβασμού και του «πάλι καλά να λες». Για να επικαλεστώ μια ακόμη φορά τον W. Benjamin, Κανένας συμβιβασμός, όσο εκκούσια κι αν επιλέγεται δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ύπαρξη κάποιου εξαναγκασμού. «Και μη χειρότερα» είναι η βαθύτερη αίσθηση πίσω από κάθε συμβιβασμό’. Καταλήγουμε στον υποβιβασμό του ανθρώπου σε μια διαρκή ολιγάρκεια, στον εκμηδενισμό της επιδίωξης, τον αφανισμό της προόδου και τη διάσπαση της κοινωνικής συνοχής, στην άνευ όρων παράδοση της ελευθερίας για ένα κομμάτι ασφάλειας και δήθεν τάξης. Η κατασκευασμένη και επιβεβλημένη ανάγκη του ανθρώπου για σωτήρα οδηγεί στη μετατροπή του σε απολιτικό ζώον δίπουν, άπτερον και πλατώνυχον, ανίκανο να φτάσει στην φαντασίωση μιας ιδανικής ή έστω καλύτερης κοινωνίας, έρμαιο της κάθε εξουσίας, φτιαγμένο έτσι ώστε να πιστεύει ότι ήταν και δική του απόφαση. Η έλλειψη κάθε αυτονομίας, δηλαδή ‘μιας κοινωνίας που γνωρίζει πως οι θεσμοί της, οι νόμοι της είναι δικό της προϊόν και κατά συνέπεια μπορεί να τους αμφισβητήσει και να τους αλλάξει’ (Κ. Καστροριάδης), είναι η κυρίαρχη πανούκλα εδώ και χρόνια.

Κάθε έκτακτη ανάγκη είναι ευκαιρία επιβολής (όπως αναλυτικά περιγράφει στο «Δόγμα του Σοκ» η Ν. Κλάιν), κάθε επιβολή είναι βία, νομθετική, θεσμική και θλιβερώς αδιάφορη για τη μάζα βία! Η μοναδική δημορκατική θεσμική συνιστώσα της κοινωνίας υπήρξε ανέκαθεν ο σκεπτόμενος πολίτης, ο οποίος είχε την ικανότητα και τη θέληση να αμφισβητήσει την υπαρκτή εξουσία, να κρίνει την αδικία ενός νόμου και να αγωνιστεί προς την αντικατάστασή του, να αγωνιστεί δηλαδή συνειδητά για τον αυτοκαθορισμό, την εξέλιξη και διαμόρφωση της μοίρας του ατομικά, αλλά και της κοινωνίας συνολικά και συλλογικά. Ο πολίτης αυτός, όπως σωστά υπενθυμίζει ο Κ. Καστοριάδης, δεν είναι δώρο καμιάς καπιταλιστικής κοινωνίας, αλλά ίζημα αγώνων πολλών αιώνων. Για το λόγο αυτό είναι σπουδαίας σημασίας κάθε συνειδησιακή πράξη αμφισβήτησης και διεκδίκησης, πολλώ δε μάλλον από τις ανερχόμενες γεννιές για τις οποίες θα αποτελέσει κεφαλαιώδους σημασίας εκπαιδευτική διαδικασία η πρόκληση αναμόρφωσης του σχολείου και της κοινωνίας. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαθεί ο άνθρωπος στη δίνη του επείγοντος, στη μάχη μεταξύ της ηθικής του δικαίου και της νομοκρατίας, στο θάνατο της φαντασίωσης, στην αρρώστια της ολιγάρκειας της ολιγαρχίας.

‘Όποιος νίπτει τας χείρας του σε μια σύγκρουση μεταξύ ισχυρών και αδυνάτων, δε σημαίνει ότι μένει ουδέτερος, σημαίνει ότι παίρνει το μέρος των ισχυρών’. (P. Freire)


Monday, 9 March 2020

Ηθικόν ακμαιότατον, Ηθική σε σήψη


‘Είδα μια μέρα ένα παιδί στο σχολείο να κακομεταχειρίζεται ένα μικρότερο αγόρι. Αγανάκτησα, αλλά μου απάντησε: «Οι μεγαλύτεροι με χτυπούν και εγώ χτυπώ τους μικρότερους. Είναι δίκαιο». Με αυτά τα λόγια συνόψισε την ιστορία του ανθρώπινου είδους’.

Με την ανακοίνωση ασκήσεων με πραγματικά πυρά στην συνοριογραμμή με την Τουρκία, την οποία εξέδωσε ο Στρατός για την Καθαρά Δευτέρα (02/03/2020), δημιουργήθηκαν οι πρώτες αντανακλαστικές ανησυχίες, που έρχονται να επιβεβαιωθούν μόλις δύο ημέρες αργότερα με την αναγγελία θανάτου Σύρου πρόσφυγα από ελληνικά αστυνομικά πυρά. Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα γύρω από ένα καλοστημένο πολεμοχαρές κλίμα παράνοιας, κάτι που μας εμποδίζει να σταθούμε αμέτοχοι και άφωνοι σεβόμενοι τις αξίες τις οποίες τιμούμε πρώτα ατομικά.
Παρατηρείται τις τελευταίες μέρες μια έξαρση παραπληροφόρησης, χειραγώγησης και φανατισμού υπό το παιάνισμα πολεμικών κορόνων και μιλιταριστικών εμβατηρίων τόσο από τους κυβερνώντες, όσο και από τα ΜΜΕ. Γίνεται καθημερινή χρήση φράσεων, όπως ‘εισβολή’, ‘εθνικό φρόνημα’, ‘ασύμμετρη απειλή’, αναφορές σε ‘ακμαίο ηθικό‘,  ‘σθεναρή αντίσταση’ και άλλων πολλών προπαγανδιστικών εκφράσεων και ειδήσεων με τη χρήση μιας άκρως επικίνδυνης, αλλά προμελετημένης, πολεμικής ρητορικής. Όλα αυτά, βέβαια, στα πλαίσια μιας ευρύτερης πολιτικής καλλιέργειας εθνικής συνείδησης και ψευδο-υπερηφάνειας στηριζόμενη αποκλειστικά σε στρατιωτικά και θρησκευτικά δεκανίκια. Εν ολίγοις, αναβιώνει σήμερα ένα καθεστώς επιβολής φόβου με ταυτόχρονη επίκληση στην αγωνιστική υπερηφάνεια του Ελληνικού λαού, στρατού και λοιπών δυνάμεων.
Βέβαια, δεν περιμέναμε τις μέρες αυτές, ώστε να πέσουμε από τα σύννεφα. Ο μεγάλος πασιφιστής του περασμένου αιώνα Μπέρναρντ Ράσελ επεσήμανε ‘Κανένας άνθρωπος ούτε ομάδα ούτε έθνος δεν μπορεί να ενεργήσει ανθρώπινα ή να σκεφθεί σωστά υπό το κράτος ενός μεγάλου φόβου...Ο συλλογικός φόβος ερεθίζει το αγελαίο ένστικτο και τείνει να προκαλεί το μένος εναντίον αυτών που δεν θεωρούνται μέρος της αγέλης.’ Η επικράτηση του φόβου δεν ήρθε από μόνη της, αλλά με αιώνες συστηματικής επιβολής, διαρκούς αποδυνάμωσης των αντοχών των ανθρώπων όλου του κόσμου και κυρίως της κατευθυνόμενης δημιουργίας εχθρών.
Το αγελαίο ένστικτο είναι αυτό που ξεμπροστιάζει το φύσει βίαιο (κακό) – κατά Hobbes - χαρακτήρα του ανθρώπου. Κατά τον ίδιο, η επίσης εγγενής λογική του ανθρώπου ήταν η μόνη ειρηνοποιός δύναμη ικανή να κατευνάσει αυτές τις βίαιες εκρήξεις του ανθρώπινου ευδαιμονισμού. Όπου υπάρχει φόβος, είναι εκμεταλλεύσιμος, γιατί ο φόβος φωλιάζει στην αδυναμία. Με κάθε υποψία έλλειψης αιτίας φόβου, θα κατασκευάζεται μια καθώς ο άνθρωπος κουρδίζεται πιο εύκολα in extremis. Είναι, λοιπόν, πρόδηλη η ανάγκη ύπαρξης βαρβάρων, όσο είναι και η ανάγκη ύπαρξης ηρώων για τη νοσούσα, αλλά και νοσηρή,  εθνικοφροσύνη.
Πίσω από τις εξουσίες, των οποίων η περηφάνια έχει καταστρέψει την ανθρωπότητα, στέκονται οι υπομένοντες πληθυσμοί, οι οποίοι υποφέρουν και πεθαίνουν. Σε αυτούς, η παράνοια του πολέμου και η αποτυχία των κυβερνήσεων γίνονται πιο ορατές από ποτέ. Πρέπει να επικαλεστούμε την ανθρωπιά και τη συλλογική σοφία αν δεν θέλουμε ο πολιτισμός να αφανιστεί εντελώς μέσα στο αυτοκτονικό παραλήρημα’ έλεγε ακόμα ο Ράσελ. Ελάχιστα μπορούμε να προσθέσουμε εμείς στη διαχρονικότητα των λόγων αυτών. 


Μια ολόκληρη χώρα βρίσκεται σε προσπάθεια στροφής της ενάντια στα κατατρεγμένα παιδιά αυτού του κόσμου, την ίδια ώρα που ενθαρρύνονται τα δικά της παιδιά να γίνουν και αυτά με τη σειρά τους κούκλες στο ίδιο πανηγύρι. Διανύουμε μια περίοδο κρίσιμη για κάθε κοινωνία, βρισκόμαστε σε ένα σημείο που η δράση είναι επιταγή. Σε τέτοιες συνθήκες και χρονικές συγκυρίες ακόμα και η η στάση του ‘Ναι μεν, αλλά’ δεν είναι αποδεκτή, καθως γίνεται το χώμα το οποίο θρέφει τις ρίζες του μισανθρωπισμού.
Η διαμάχη των παρατεταμένων δυνάμεων και στη μέση εγκλωβισμένες ψυχές υπό το βλέμμα των ιπτάμενων ευρωπαϊκών παρατηρητών-αυτουργών είναι ίσως η ισχυρότερη εικόνα ηθικής χυδαιότητας στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία. Στεκόμαστε ενάντια στην εργαλειοποίηση των προσφύγων και των φαντάρων της χώρας μας, και κάθε χώρας και βρισκόμαστε δίπλα στα παιδιά και των δύο πλευρών του συρματοπλέγματος. Στεκόμαστε ενάντια στην έξαρση παραφροσύνης και καλλιέργειας πολεμικού κλίματος σε καιρό ειρήνης. Ως υπέρμαχοι της ελευθερίας, στεκόμαστε αντίβαρο στο ζύγι της ελεύθερης συνύπαρξης και στην ανάγκη του ανθρώπου να συμπορεύεται, χωρίς να ακολουθεί, και να μοιράζεται την ομοιότητα του ανόμοιου.
Απέναντι από τις κατασκευασμένες βαρβαρικές σκιές πρέπει να αναστηλωθεί το σύνολο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Απέναντι στην ηρωοποίηση των παραστρατιωτικών ομάδων θα βάζουμε τις ηρωίδες γιαγιάδες και τους ψαράδες της Λέσβου.
Απέναντι στις πολιτικές εντολές αποτροπής προσφυγικών βαρκών με κάθε κόστος θα τιμούμε τον Κυριάκο Παπαδόπουλο.
Απέναντι στα Μέσα καλλιέργειας φανατισμού και μισαλλοδοξίας θα θυμόμαστε τον Γιάννη Μπεχράκη.
Απέναντι σε κάθε μιλίτσια θα προτάσσουμε τον Άνθρωπο.
Απέναντι στην κακογραμμένη ιστορία των πολέμων θα βάζουμε την αιώνια και πανανθρώπινη ιστορία της προσφυγιάς, των διωγμών και της αλληλεγγύης.

Saturday, 27 June 2015

2011

Η μέρα τούτη αποτέλεσε μια ακόμη απόδειξη του κυκλικού χαρακτήρα του χρόνου. 4 χρόνια πριν ακριβώς ο τόπος αυτός γεννούσε άλλη μια κοινωνική μουτζούρα στο τεφτέρι της ιστορίας και η επίμονη άρνησή μας να διδαχθούμε θα μας κρατά για πάντα δέσμιους, να συνεχίζουμε να χύνουμε μελάνι εκεί που θα έπρεπε να ζωγραφίζουμε. Είναι πολλά που μπορεί να πει κανείς, μα δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάντια στη φύση από τα λιμνάζοντα νερά. Η στασιμότητα είναι που φέρνει βρώμα, ούτε η ξέρα μήτε και το ποτάμι. Ίσως μερικές φορές η στάχτη να γίνεται το καλύτερο λίπασμα.


Ανυπόφορα σταθερός αυτός ο κόσμος, και πρόκειται για στασιμότητα βουτηγμένη σε αλαζονεία και παραλογισμό – θέτοντάς το ωμά και άκομψα. Και η αποκρουστικότητα που προκαλεί έγκειται σε αυτό ακριβώς το γεγονός, είναι η μόνη ‘τρέλα’ που δεν είναι ελκυστική και ενδιαφέρουσα. Παρατηρεί κανείς κόσμο διχασμένο σε προκαθορισμένα στρατόπεδα κλειδωμένα στο ίδιο κλουβί να αντιμάχονται για λόγους τόσο ακατανόητους και ασύλληπτους για λογικούς ανθρώπους, που η έννοια της λογικής και της λογικότητας γίνεται πια θωλή και αμφισβητίσιμη. Διαμάχες για το ποιος είναι περισσότερο άνθρωπος, ενώ μέσης νοημοσύνης άνθρωποι να αποφασίζουν για την αξία ή μη του άλλου να στεγάζεται. Πρόκειται για εικόνες σίγουρα ξένες και ακαθόριστες για κάποιον που έχει αναγνωρίσει τα όρια και τις δυνατότητες της ανθρώπινης ύπαρξης. Δικαίως, λοιπόν, ο Ζ. Σαραμανγκού αμφισβητεί το Λάιμπνιτζ, ο οποίος διατύπωσε ότι ο κόσμος είναι όσο καλύτερος γίνεται.
Θα μπορούσα να το ανεχτώ αυτό οριακά όταν η ευτυχία κυβερνόταν και είχε οδηγό μια ακόρεστη ηλιθιότητα, αλλά τώρα μέχρι και η ανούσια αυτή ευτυχία που τύφλωνε τους λαούς είναι απούσα. Και ενώ θα περίμενε κανείς μια αφύπνιση, αυτή δεν ήρθε, και αυτό είναι το αποτέλεσμα ενός χρόνιου πνευματικού ξεπεσμού και εξελικτικής αδράνειας.
Η ατομική αφύπνιση προέχει της κοινωνικής και προϋπόθεση αυτής είναι η σκέψη. H σκέψη με τη σειρά της χρειάζεται έναν οργανισμό ζώντανο και ενεργό για να ευδοκιμήσει, απαιτεί θέληση και ουσιώδη φιλοδοξία. Αν ο άνθρωπος στερήθηκε και απαρνήθηκε τις νοητικές του δυνατότητες προτιμώντας μια βολική - καθαρά βιολογική και ούτε καν πνευματική - σταθερότητα αντί της ατομικής εξέλιξης, τότε τα αποτελέσματα θα μπορούσαν να αποβούν μοιραία. Σε έναν άκρως ντετερμινιστικό κόσμο ο άνθρωπος είχε τη μοναδική ευκαιρία αυτοκαθορισμού και αλόγιστα και άκοπα αποφάσισε να αποτινάξει την ευθύνη αυτή.

Όποιος γυρνάει την πλάτη στο φως ακολουθεί τη σκιά του. Το άβολο και προκλητικό είναι να κινηθείς προς το φως και να αφήσεις τη σκιά σου πίσω. Τόσο απλά δηλώνει η φύση τις δυο μας επιλογές και εμείς ακόμα πιο απλά αποφασίσαμε ότι το φως μας φοβίζει. Έτσι καταλήξαμε να στεκόμαστε αδιάφοροι και αμέτοχοι στις ανεξάντλητες ορέξεις του καθενός, να κλείνουμε μάτια και αυτιά στις καταπατήσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, να δικάζουμε τον συνάνθρωπο και να αγνοούμε επιδεικτικά το φυσικό και πνευματικό πλούτο της καταραμένης αυτής γης. Τι άλλο να περίμενε βέβαια κανείς από όντα που ιεραρχούν το χρήμα και τον πόλεμο υπεράνω της εκπαίδευσης…

Friday, 4 April 2014

1+1=?

Γνωρίζουμε ότι είμαστε παραπάνω από αυτό που γνωρίζουμε, συνεπώς δεν είμαστε αυτό που γνωρίζουμε.
Πώς, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι σε θέση να καθορίσει τον εαυτό του; Αδύνατον. Η αδυναμία αυτή θέτει σε κρίση τα περιθώρια ατομικής ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία που ορίζεται αποκλειστικά μέσω των εκάστοτε καθεστωτικών δικαιωμάτων είναι τουλάχιστον ουτοπική ή καλύτερα ειρωνική. Στόχος θα πρέπει να είναι η ολοκληρωτική ελευθερία για μια ουσιώδη συζήτηση. Από τη στιγμή που τα δικαιώματα των ανθρώπων ορίζονται από άλλους, είναι αμφίβολη η ουσία τους και παραπλανητική. Επιπλέον των νόμων και των συνταγματικών δικαιωμάτων (που είναι πάντα αποτέλεσμα οικονομικών και πολιτικών συνθηκών), χαρακτηριστικό ρόλο παίζουν και οι κοινωνικές νόρμες που είναι παραπάνω από ικανές να θέσουν εξίσου επικίνδυνα και αποτελεσματικά διαφανή σύνορα με τα ανθρώπινα πολιτικά δικαιώματα. Mauvaise Foi (Κακή Πίστη) ονόμαζαν οι Jean-Paul Sartre και Simone de Beauvoir την ιδέα της εξωτερικής πίεσης των ανθρώπων από κοινωνικές δυνάμεις που τους επέβαλαν επί της ουσίας λανθασμένες αξίες και ιδέες με αποτέλεσμα να χάνει ο άνθρωπος έτσι την κυριότητα της ελευθερίας του και την αυθεντικότητά του.
Έτσι, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να χαθεί σε ένα σύνολο από ανθρώπους και φυσικά αντικείμενα, ιδέες και θέλω, όνειρα και φόβους. Το ερώτημα παραμένει αν ο καθένας μας είναι υποχρεωμένος να επιλέξει μέσα από το σύνολο αυτό να χτίσει τον εαυτό του. Μα πρόκειται για ξεκάθαρο εταιροκαθορισμό και ελευθεριακό περιορισμό, ουσιαστικά για ξεκάθαρη ψευδαίσθηση ελευθερίας. Μάθαμε να χαράσουμε πορείες ξεκάθαρα επηρεασμένοι από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον και από τις επιλογές που έτυχε να είναι εμφανείς τη συγκεκριμένη στιγμή στο συγκεκριμένο τόπο. Παρατρεχάμενοι και περαστικοί, βασιλιάδες και υπουργοί βάλθηκαν να μαντρώνουν τη γοητεία του άπειρου. Ακόμα και οποιαδήποτε επαναστατική κίνηση αποδέσμευσης από τις αξίες της κοινωνικής πλειοψηφίας, το πιο πιθανό είναι να βρισκόμαστε πάντα με ένα γυάλινο ταβάνι από πάνω μας.
Είναι τρομακτικό να αναλογιστεί κανείς τις κατηγορίες εμποδίων που στέκονται ανάμεσα στον άνθρωπο και την πλήρη ελευθερία. Φόβος, συνείδηση, ηθική, ένστικτα και αδυναμίες έρχονται να προστεθούν στις προαναφερθείσες δυσκολίες. Και ο φόβος δε συγκατοικεί αποκλειστικά με το θάνατο. Ακόμα και εκεί, βέβαια, η αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίζει έχει επιδράσει ίσως ισχυρότερα από οτιδήποτε άλλο στις επιλογές μας. Όπως ορθά υποστηρίζει ο Σωκράτης, ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο γιατί δεν έχει γνώση πάνω σε αυτόν. Από όσα ξέρουμε, θα μπορούσε να είναι και ό,τι καλύτερο μας συμβαίνει. Ο άνθρωπος φοβάται, όμως, και τον πόνο το ψυχικό. Βρισκόμαστε (στην πλειοψηφία) σε μια αέναη προσπάθεια να αποφύγουμε να πονέσουμε. Αντικειμενικά, αυτό προκαλεί μια ικανοποίηση και ευφορία, που, βέβαια, η εγκυρότητα και η ποιότητά της θα έπρεπε να βρίσκονται υπό εξέταση.
Έρμαια διεγέρσεων, απολαύσεων και εξωτερικών ερεθισμάτων οι άνθρωποι έχουν μάθει περισσότερο να αντιδρούν παρά να δρουν εθελουσίως. Αντιδρούμε σε κίνητρα ξενόφερτα με αποτέλεσμα να νοθεύεται η προσωπική ελευθερία. Κοροϊδευόμαστε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πράξουμε κατά βούληση. Εξαπατάμε τον εαυτό μας να υπερηφανευόμαστε πως καθορίζουμε τα θέλω μας ελεύθερα. Ο Σοπενχάουερ υποστήριζε πως μποροείς να κάνεις ό,τι θελήσεις, μα κάθε στιγμή στη ζωή σου, μπορείς να ορίσεις σαν 'θέλω' ένα και μόνο ένα πράγμα. Κατά πόσο ρεαλιστική είναι η ελευθερία αυτή, ίσως ο καθένας θα έπρεπε να το εκτιμήσει μόνος του. Οι σωματικές μας αντιδράσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα, οι ιδέες μας, τα θέλω μας βάσει των περιρέουσων συνθηκών είναι διαφορετικές για τον καθένα, και είναι αυτό ακριβώς που αποτελεί τον 'χαρακτήρα' μας. Η απόλυτη ελευθερία βρίσκεται στην αποδοχή της μοναξιάς. 
Η απομόνωση, η επίγνωση ότι πραγματικός αυτοκαθορισμός και αυθεντικότητα υπάρχει μόνο στην εσωτερικότητα ίσως τελικά να είναι αναμφισβήτητο. Ο αποτελεσματικά ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που θα αποδεχτεί την ατομικότητά του, θα πετύχει να μην τον θλίβει η μοναξιά. Και τότε θα είναι χαρούμενος, όταν θα είναι αποκλειστικός υπεύθυνος των αδυναμιών του, του πόνου του και των επιτυχιών του, όταν θα έχει χαϊδέψει την ελευθερία. Στη συνειδητοποίηση ότι ο καθένας μας είναι δοχείο ξεχωριστών προβλημάτων και ανησυχιών, ότι ο κοινός παρονομαστής των ανθρώπων είναι ακριβώς αυτό, η απουσία ‘κοινών φορτίων’, ο καθένας μπορεί να ζήσει με την πιο ρεαλιστική αυτονομία.

...

Είναι, όμως, αυτό που θέλουμε; Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση, δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Η βάση της ανάλυσης θέτει την ίδια την ανάλυση υπό αμφισβήτηση, κάτι που καθιστά τις παραπάνω θεωρίες ένα γελοίο παράδοξο. Γιατί ο άνθρωπος να απομονωθεί; Μα μόνο για να αυτοκαθοριστεί, να αποφύγει τις ξενοβαλμένες ράγες, γιατί σε ράγες μπαίνουν μόνο τα τρένα. Και ο άνθρωπος πρέπει να ταυτιστεί με το χαρακτήρα του σύμπαντος, να αλλάζει συνεχώς γιατί τελικά πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από τις ιδέες μας και αυτό θα είναι η μόνη αλήθεια μέχρι να μάθουμε τη ΜΙΑ. 
Γιατί ο άνθρωπος να φοβηθεί να πονέσει; Μα μόνο για να χαρεί, έτσι ορίζεται η ικανοποίηση. Κι τι ικανοποίηση είναι αυτή; Όπως δε γνωρίζεις την ελευθερία αν δεν πετάξεις τα δεσμά, έτσι δε γνωρίζεις την ευτυχία αν δεν τολμήσεις. Οι άμυνες μένουν για τους δειλούς και η γη θα έφτανε ίσα με το μάτι ακόμα. Στατιστικά πάντα μετά τη χαρά έρχεται πόνος, μα τους πόνους στο τέλος δεν τους βρίσκεις στο άλμπουμ με τις αναμνήσεις. Όταν κοιτάξεις πίσω θες πάντα να δεις τα άλματά σου, τα θέλω σου που έσβησες, όσο παρορμητικά κι αν ήταν. Αύτο ίσως να 'ναι μια άλλη ελευθερία μη φιλοσοφικών διαστάσεων. Υποταγή στις συγκινήσεις, τις ορμές, τα λάθη αλλά με ευσυνείδητη ασυνειδησία. Βάλε το φόβο μπροστάρη και ζήσε, και φτάσε να μεθύσεις, να χάσεις τον ύπνο σου, να θυμώσεις και να χτυπηθείς, να χάσεις πριν κερδίσεις. Πόσα είμαστε διατεθιμένοι να θυσιάσουμε για την ασφάλεια και την ελευθερία, για επιτυχίες βιτρίνες; Μήπως τελικά να επιλέγαμε τον ελάχιστο εαυτό; Άμα κρυφτείς ελεύθερος δεν είσαι.

Tuesday, 12 March 2013

Το θεώρημα του μεθυσμένου πεζού



Έστω ότι μεθυσμένος επιλέγει να γυρίσει περπατώντας σπίτι του βγαίνοντας από τον τελευταίο σταθμό του χαραγμένου με οινόπνευμα δρομολογίου του.
Δέχομαι την κοινωνία ως «υπό εξέλιξη» ζωντανό οργανισμό, παρά ένα σύνολο μεμονωμένων ιστορικών χρονικών συνόλων. Η διαφορά αυτή είναι σημαντική ως προς την έννοια της συνέχειας και των – κατ’ επέκταση – συνεπειών μιας εποχής στη διαμόρφωση της επόμενης. Ατομικά, όμως, ο άνθρωπος στερείται της δυνατότητας βιώματος των ήδη πεπραγμένων της κοινωνίας του και αφήνεται, όχι απαραίτητα αβούλως μα κατασκευαστικά, στο βίο του παροντικού αποτελέσματος των πεπραγμένων αυτών. Αναπόφευκτα διακρίνεται μια σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ κοινωνίας και ατόμου που βέβαια απέχει σημαντικά από σχέση δράσης-αντίδρασης λόγω της φυσιολογικής αδυναμίας του μεμονωμένου. Καθίσταται για το λόγο αυτό η αθροιστική ισχύς των μεμονωμένων αδυναμιών εξέχουσας θέσης στα διαδραστικά αυτά βιώματα των κοινωνικών σχέσεων.
Ο μεθυσμένος στη φιλότιμη προσπάθειά του επιστροφής έχει τη δυνατότητα να κινηθεί κάνοντας ένα βήμα τη φορά προς μία από τις τέσσερις κατευθύνσεις (μπροστά, δεξιά, αριστερά, πίσω).
Κατά συνέπεια, ατομικές προσπάθειες δε θα μπορούσαν να φέρουν απλά συγκινητικές ιστορίες και λιγότερο πιθανά αποτελέσματα στο ρου αυτόν της «κοινωνικής εξέλιξης». Σε περιόδους αναγνωρίσιμης καμπής, γνωστές και ως περίοδοι κρίσης, ο καθένας είναι σε θέση να εξαγριωθεί διατυμπανίζοντας την απαίτησή του για αλλαγή. Οι ρομαντικοί, δε, θα διεκδικήσουν κάποια επανάσταση ξεχνώντας με θεαματικό τρόπο το χαρακτηριστικό της συνέχειας αυτής της «κοινωνικής συνάρτησης». Οποιαδήποτε, δε, προσπάθεια ‘ανάστασης’ προηγούμενων ευγενικών (κατά τας γραφάς) εποχών είναι το λιγότερο πια ειρωνική.
Έτσι, ο μεθυσμένος με μια ακολουθία βημάτων προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις έχει τη δυνατότητα να καταλήξει στο στόχο του.
‘Κάθε πράξη επανάστασης εκφράζει μια νοσταλγία για μια αθωότητα και μια έκκληση στην ουσιία του «είναι»’ δηλώνει με μεγάλη ακρίβεια ο Α.Camus. Πόσο ρεαλιστικός και ορθός οδηγός ως προς τις προθέσεις και τους στόχους του, όμως, είναι η νοσταλγία; Μα δεν πρόκειται για τίποτα άλλο παρά έναν ‘αποπλανητικό ψεύτη’ όπως υπερασπίζεται ο G.Ball και με βρίσκει οδυνηρά σύμφωνο. Οποιαδήποτε προσπάθεια να αναπολήσει κανείς περασμένες εποχές θα καταλήγουν πάντα σε ένδοξες αποτυχίες, σε λαθραίες περηφάνιες, θα καθρεφτίζουν στη ζωή μας στολίδια σκονισμένα που δεν υπήρξαν ποτέ παρά μόνο όταν τα θυμηθήκαμε.
Γιατί τα όνειρα σκαρώνονται ομορφότερα σε ηλικίες που το παρελθόν είναι ασήμαντο και αθεράπευτα αδιάφορο, όπου το ταβάνι δε χτίζεται με φανταχτερές ανακλάσεις πρότερων φανταστκών στιγμών αλλά ούτε και ορθώνονται τοίχοι στα μάτια μας μπροστά για να διατάξουν γεμάταοι οκνηρία μεταβολή.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι ούτε οργή ούτε χιλιοπαιγμένες παραστάσεις επαναστάσεων. Αυτό που προκύπτει ως επιταγή και διαφαίνεται ως μοναδική ευκαιρία (κόντρα σε συστημικές προτάσεις ανεξαρτήτως προβαλλόμενου στρατοπέδου) είναι μια ειλικρινώς αθώα κοινωνική γέννηση. Να οριστεί ο κόσμος από την αρχή κρατώντας μόνο τις αποδεδειγμένα κεκτημένες θεωρίες, να οριστούν ιδέες, ήθη, να χαραχτούν ιδεολογίες που περιλαμβάνουν το μέλλον ως αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας, ιδεολογίες που εκλείπουν εδώ και χρόνια. Ξεχνάμε σαδιστικά πως το παρελθόν μας έπλασε το παρόν αυτό που καταδικάζει τις ευχές να ακούγονται τυπικές και στα οράματα να μπαίνουν σύνορα, το παρόν που σε έδιωξε από εσένα και που δεν άφησε δίπλα σου χώρο για κανέναν. Όσο μας μεθάνε νοσταλγικά πλασμένες αναμνήσεις και χάρτινες ιδέες στερούμενες νοήματος, τότε η κοινωνία θα είναι εξ ορισμού δεσμευμένη σε κυκλικές τροχιές.
Σύμφωνα με το θεώρημα του Pólya ο μεθυσμένος έχει 100% πιθανότητα πως θα επιστρέψει στο μπαρ από το οποίο επιχείρησε να φύγει.

Αν Όχι Τώρα Τότε Πότε;



Έχουμε τρελαθεί εντελώς.

Δεν ξέρω πόσων μοιρών είναι η κλίση που έχουμε πάρει, αλλά το ότι το καράβι βυθίζεται είναι γεγονός και όσοι δεν το βλέπουν είναι είτε επειδή έσπρωξαν βιαστικά τα γυναικόπαιδα και την έκαναν με τις μια-δυο σωστικές λέμβους και έχουν τις πλάτες τους γυρισμένες στο ναυάγιο είτε επειδή έχουν κλείσει τα μάτια τους και το έργο που παίζεται μπροστά τους έχει να κάνει μόνο με τη δική τους φουσκάλα πραγματικότητας.

Επιβάτη που την έκανες, εύγε. Σώθηκες και πρέπει να υποθέσω ότι δεν το’ σκασες και με άδεια χέρια, οπότε είσαι ασφαλής. Συγχαρητήρια, αλλά πρέπει να σου πω ότι δεν έχω καμία πρόθεση να συνεχίσω να ασχολούμαι μαζί σου ή να σε συμπεριλάβω στην κουβέντα μου, γιατί δεν μου προκαλείς κάτι άλλο πέρα από οίκτο – τον κακό οίκτο, αν αυτό δεν έγινε σαφές. Αρκετά μ’ εσένα.

Εσύ όμως που είσαι ακόμα πάνω και προσποιείσαι ότι όλα πάνε καλά στο μικρόκοσμό σου, ναι εσύ, σου έχω νέα. Ναι. Το καράβι βυθίζεται. Και δεν αναφέρομαι στα οικονομικά, που, δεν μπορεί, όλο κάπου θα το έχει πάρει το αυτί σου ακόμα και η ενημέρωσή σου να προέρχεται από το κουτί με τα δημητριακά. Αναφέρομαι στο καράβι του οποίου στο (ρομαντικό, ναι) μυαλό μου είμαστε όλοι επιβάτες και έχει στο πλάι του γραμμένο το όνομα Ανθρωπιά.

Τα βάζω μαζί σου, γιατί τα κλειστά σου μάτια βυθίζουν το καράβι γρηγορότερα. Είσαι εσύ που ακούς διαρκώς ότι μετανάστες γίνονται θύματα κάθε είδους κτηνωδίας, εξευτελισμού και απάνθρωπης μεταχείρισης και αφήνεις την πληροφορία να κυκλοφορεί άβουλα στον οργανισμό σου, ώσπου να αναπτύξεις ανοσία. Και μετά με τη σειρά σου ν’ αναρωτηθείς πώς θα την κάνεις για έξω γιατί δεν παλεύεται πια η κατάσταση στην Ελλάδα, χωρίς ν’ αντιληφθείς την εκκωφαντική ειρωνεία ή έστω τον παραλληλισμό.

Είσαι εσύ που βλέπεις φωτογραφίες παιδιών κακοποιημένων να δημοσιεύονται (αναρωτήθηκες άραγε γιατί από τόσους «εγκληματίες» αυτούς μας έδειξαν μονάχα;) και ανασήκωσες τους ώμους στην ιδέα ότι τέτοιες πρακτικές λαμβάνουν χώρα. Δεν σου ζητώ να καταδικάσεις κάποια μεριά, ο επίσης ρομαντικός εαυτός μου θέλει ακόμα να εναποθέτει τη διαλεύκανση τέτοιων ζητημάτων στη δικαιοσύνη (αν και τώρα τελευταία ακόμα και αυτή άρχισε να λασκάρει το μαντήλι που που είναι δεμένο γύρω από τα μάτια της). Όμως -συγγνώμη και για τον τόνο, αλλά με εξοργίζεις- δεν αντέδρασες καν στην ιδέα. Από μια ιδέα και την υποδοχή της ξεκινάνε όλα, και η σιωπή σου είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση αυτών που θα γυρίσουν και θα πουν «ε και καλά τους κάναμε». Η σιωπή σου και η υποταγμένη μοιρολατρία σου είναι το πρόσφορο έδαφος όπου φασιστικά φυτά φυτρώνουν και καρποφορούν. Όσο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο θυμώνω, πώς μπορείς να μην αντιδράς; Θέλεις ελαφρυντικά της κατηγορίας του «έχω τα δικά μου προβλήματα, δεν μπορώ να ασχολούμαι με αυτά των άλλων». Μάλλον εσφαλμένα σε υπολογίζω ως επιβάτη, κι εσύ στην εγκατάλειψη του πλοίου είσαι.

Γιατί δεν γίνεται, ακόμα και να μην έχεις να φας φίλε μου, να μην σου ανακατεύονται τα εντόσθια στην ιδέα ενός άλλου συν-ανθρώπου να βασανίζεται, να εξευτελίζεται, να γίνεται σκουπίδι για οποιονδήποτε λόγο, είτε αυτό είναι το χρώμα του δέρματός του είτε τα πιστεύω του. Αν δε μίλησες τόσο καιρό, αν δεν χτύπησες τη γροθιά σου στο τραπέζι για όλα τα άλλα μύρια προβλήματα που πέφτουν σαν όξινη βροχή πάνω σου, μίλα γι’ αυτό, τι περιμένεις;

Η λέξη που ήταν στις άκρες των χειλιών μου αλλά δίσταζα να προφέρω καιρό, ωρίμασε, και μάλλον πρέπει να βγει και να ενωθεί με όλες εκείνες που καιρό τώρα τη λένε, την πιστεύουν και την οραματίζονται. Επανάσταση.

Αν υπάρχει ένα τελευταίο καταφύγιο για την ελπίδα και την αισιοδοξία και αυτά τα ρημαδορομαντικά μυαλά που κουβαλάμε, αυτό είναι η επανάσταση και το ταυτόχρονο γρονθοκόπημα σε όλα τα υλικά και άυλα τραπέζια μπροστά μας.

Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού» και δεν βλέπω το λόγο ν’ αλλάξω τροπάριο τώρα. Η επανάσταση δεν χρειάζεται να σε μεταμορφώσει στο ίδιο τέρας με αυτά που πολεμάς – γιατί τότε το τέρας κερδίζει  δεν το βλέπεις; - αλλά μη γελιέσαι, κι αυτός πόλεμος είναι. Η πολλή απάθεια σε έκανε μαλθακό φίλε, και πλανάσαι πλάνην οικτρά αν πιστεύεις ότι αν επικεντρωθείς στο φούσκωμα του δικού σου σωσιβίου δεν θα σε παρασύρει η ρουφήχτρα του πλοίου που βυθίζεται.

Ξύπνα επιβάτη, άνοιξε τα μάτια σου, σταμάτα να επαναλαμβάνεις τις υπνοπαιδιές του Θαυμαστού Καινούριου Κόσμου και κοίτα γύρω σου. Το καράβι βυθίζεται. Ήρθε η ώρα να πάρουμε το πηδάλιο στα χέρια μας.

Monday, 21 January 2013

Τόλμη Και Γοητεία


Η πρώτη μου σκέψη ήταν να γράψω αποφασιστικότητα. Όμως όσο γυρόφερνα τη λέξη στο μυαλό μου, συνειδητοποίησα ότι δεν είναι αυτή που μου λείπει. Αποφάσεις παίρνω, κι εσύ παίρνεις, και έτσι έχουν τα πράγματα, διαφορετικά δεν θα σηκωνόμουν από το κρεβάτι, δεν θα έφτιαχνα βραδινό και θα ήμουν ακόμα στο βιβλιοπωλείο κοιτάζοντας εξώφυλλα.

Αυτό που μου λείπει, είναι η τόλμη. Οι τολμηρές αποφάσεις.

Οι τολμηρές αποφάσεις είναι εκείνες το αποτέλεσμα των οποίων είναι πάρα, μα πάρα πολύ αβέβαιο. Είναι εκείνες των οποίων το ενδεχόμενο αρνητικό αποτέλεσμα σφίγγει το στομάχι σαν τανάλια. Το “worst case scenario” μιας τολμηρής απόφασης είναι συνήθως αρκετό για να παγώσει την ιδέα στη σύλληψή της ακόμα. Περιττό να σου πω αγαπητέ μου, ότι συνήθως το διακύβευμα είναι μεγάλο, όπως και το κόστος της απώλειας.

Γενικά μπορώ να σου μιλάω ώρα για το πόσοι αποτρεπτικοί παράγοντες υπάρχουν που ορθώνονται ανάμεσα σ’εμένα και τις τολμηρές αποφάσεις. Είναι αρκετοί για να σε πείσω για τη σύνεση των μέχρι τώρα πράξεών μου. Μπορεί να σου πετάξω και ένα “better be safe than sorry” ως απόφθεγμα της αδιαμφισβήτητης σοφίας μου, εσύ να γνέψεις με κατανόηση και θα κλείσουμε τη βραδιά, το μήνα, το χρόνο, με την αυτάρεσκη ικανοποίηση ότι πήραμε την καλύτερη δυνατή απόφαση: αποτρέψαμε το χειρότερο.

Θα τσουγκρίσουμε τα ποτήρια και ούτε που θα μας προβληματίσει το ότι αρκούμαστε στην διεκπεραίωση της ζωής μας μέσω παράλειψης. Εγώ όμως τώρα, βλέπω την τελευταία σελίδα από το ημερολόγιο να πέφτει, και το σαράκι με τρώει.
Και αν;

Γιατί δεν σου έχω μιλήσει ακόμα για το τι άλλο φέρνει μαζί της η τολμηρή απόφαση.
Φέρνει αδρεναλίνη, πεταλούδες, έκσταση, πες το όπως θες αλλά ξέρεις για ποιό πράγμα μιλάω. Το αισθάνεσαι στο στομάχι, όταν χάνεις το μέτρημα των σφυγμών σου, όταν ξέρεις τι σημαίνει να αισθάνεσαι ζωντανός, το βλέπεις στην παρακαταθήκη της Πανδώρας, τη θεσπέσια ελπίδα.

Γιατί αν η τολμηρή σου προσπάθεια ευοδωθεί, αγαπητέ μου, αυτό που θα συμβεί είναι ένα μικρό θαύμα. Είναι η ασταμάτητη πίστη σε θαύματα που αναβλύζει από μέσα σου, που δικαιώνει την αγωνία και που υπόσχεται αγαλλίαση, την αποδοχή της αβεβαιότητας και το θρίαμβο του παρατόλμου.

Νομίζω ότι αυτό χρειάζομαι το νέο χρόνο. Τόλμη.

Και γιατί η γοητεία;

Γιατί έτσι.