Γνωρίζουμε ότι είμαστε παραπάνω από αυτό που γνωρίζουμε, συνεπώς δεν είμαστε αυτό που γνωρίζουμε.
Πώς, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι σε θέση να καθορίσει τον εαυτό του; Αδύνατον. Η αδυναμία αυτή θέτει σε κρίση τα περιθώρια ατομικής ελευθερίας. Γιατί η ελευθερία που ορίζεται αποκλειστικά μέσω των εκάστοτε καθεστωτικών δικαιωμάτων είναι τουλάχιστον ουτοπική ή καλύτερα ειρωνική. Στόχος θα πρέπει να είναι η ολοκληρωτική ελευθερία για μια ουσιώδη συζήτηση. Από τη στιγμή που τα δικαιώματα των ανθρώπων ορίζονται από άλλους, είναι αμφίβολη η ουσία τους και παραπλανητική. Επιπλέον των νόμων και των συνταγματικών δικαιωμάτων (που είναι πάντα αποτέλεσμα οικονομικών και πολιτικών συνθηκών), χαρακτηριστικό ρόλο παίζουν και οι κοινωνικές νόρμες που είναι παραπάνω από ικανές να θέσουν εξίσου επικίνδυνα και αποτελεσματικά διαφανή σύνορα με τα ανθρώπινα πολιτικά δικαιώματα. Mauvaise Foi (Κακή Πίστη) ονόμαζαν οι Jean-Paul Sartre και Simone de Beauvoir την ιδέα της εξωτερικής πίεσης των ανθρώπων από κοινωνικές δυνάμεις που τους επέβαλαν επί της ουσίας λανθασμένες αξίες και ιδέες με αποτέλεσμα να χάνει ο άνθρωπος έτσι την κυριότητα της ελευθερίας του και την αυθεντικότητά του.
Έτσι, λοιπόν, ο κάθε άνθρωπος μπορεί να χαθεί σε ένα σύνολο από ανθρώπους και φυσικά αντικείμενα, ιδέες και θέλω, όνειρα και φόβους. Το ερώτημα παραμένει αν ο καθένας μας είναι υποχρεωμένος να επιλέξει μέσα από το σύνολο αυτό να χτίσει τον εαυτό του. Μα πρόκειται για ξεκάθαρο εταιροκαθορισμό και ελευθεριακό περιορισμό, ουσιαστικά για ξεκάθαρη ψευδαίσθηση ελευθερίας. Μάθαμε να χαράσουμε πορείες ξεκάθαρα επηρεασμένοι από το άμεσο κοινωνικό περιβάλλον και από τις επιλογές που έτυχε να είναι εμφανείς τη συγκεκριμένη στιγμή στο συγκεκριμένο τόπο. Παρατρεχάμενοι και περαστικοί, βασιλιάδες και υπουργοί βάλθηκαν να μαντρώνουν τη γοητεία του άπειρου. Ακόμα και οποιαδήποτε επαναστατική κίνηση αποδέσμευσης από τις αξίες της κοινωνικής πλειοψηφίας, το πιο πιθανό είναι να βρισκόμαστε πάντα με ένα γυάλινο ταβάνι από πάνω μας.
Είναι τρομακτικό να αναλογιστεί κανείς τις κατηγορίες εμποδίων που στέκονται ανάμεσα στον άνθρωπο και την πλήρη ελευθερία. Φόβος, συνείδηση, ηθική, ένστικτα και αδυναμίες έρχονται να προστεθούν στις προαναφερθείσες δυσκολίες. Και ο φόβος δε συγκατοικεί αποκλειστικά με το θάνατο. Ακόμα και εκεί, βέβαια, η αδυναμία του ανθρώπου να γνωρίζει έχει επιδράσει ίσως ισχυρότερα από οτιδήποτε άλλο στις επιλογές μας. Όπως ορθά υποστηρίζει ο Σωκράτης, ο άνθρωπος φοβάται το θάνατο γιατί δεν έχει γνώση πάνω σε αυτόν. Από όσα ξέρουμε, θα μπορούσε να είναι και ό,τι καλύτερο μας συμβαίνει. Ο άνθρωπος φοβάται, όμως, και τον πόνο το ψυχικό. Βρισκόμαστε (στην πλειοψηφία) σε μια αέναη προσπάθεια να αποφύγουμε να πονέσουμε. Αντικειμενικά, αυτό προκαλεί μια ικανοποίηση και ευφορία, που, βέβαια, η εγκυρότητα και η ποιότητά της θα έπρεπε να βρίσκονται υπό εξέταση.
Έρμαια διεγέρσεων, απολαύσεων και εξωτερικών ερεθισμάτων οι άνθρωποι έχουν μάθει περισσότερο να αντιδρούν παρά να δρουν εθελουσίως. Αντιδρούμε σε κίνητρα ξενόφερτα με αποτέλεσμα να νοθεύεται η προσωπική ελευθερία. Κοροϊδευόμαστε να πιστεύουμε ότι μπορούμε να πράξουμε κατά βούληση. Εξαπατάμε τον εαυτό μας να υπερηφανευόμαστε πως καθορίζουμε τα θέλω μας ελεύθερα. Ο Σοπενχάουερ υποστήριζε πως μποροείς να κάνεις ό,τι θελήσεις, μα κάθε στιγμή στη ζωή σου, μπορείς να ορίσεις σαν 'θέλω' ένα και μόνο ένα πράγμα. Κατά πόσο ρεαλιστική είναι η ελευθερία αυτή, ίσως ο καθένας θα έπρεπε να το εκτιμήσει μόνος του. Οι σωματικές μας αντιδράσεις σε εξωτερικά ερεθίσματα, οι ιδέες μας, τα θέλω μας βάσει των περιρέουσων συνθηκών είναι διαφορετικές για τον καθένα, και είναι αυτό ακριβώς που αποτελεί τον 'χαρακτήρα' μας. Η απόλυτη ελευθερία βρίσκεται στην αποδοχή της μοναξιάς.
Η απομόνωση, η επίγνωση ότι πραγματικός αυτοκαθορισμός και αυθεντικότητα υπάρχει μόνο στην εσωτερικότητα ίσως τελικά να είναι αναμφισβήτητο. Ο αποτελεσματικά ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που θα αποδεχτεί την ατομικότητά του, θα πετύχει να μην τον θλίβει η μοναξιά. Και τότε θα είναι χαρούμενος, όταν θα είναι αποκλειστικός υπεύθυνος των αδυναμιών του, του πόνου του και των επιτυχιών του, όταν θα έχει χαϊδέψει την ελευθερία. Στη συνειδητοποίηση ότι ο καθένας μας είναι δοχείο ξεχωριστών προβλημάτων και ανησυχιών, ότι ο κοινός παρονομαστής των ανθρώπων είναι ακριβώς αυτό, η απουσία ‘κοινών φορτίων’, ο καθένας μπορεί να ζήσει με την πιο ρεαλιστική αυτονομία.
...
Είναι, όμως, αυτό που θέλουμε; Σύμφωνα με την πρώτη πρόταση, δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι. Η βάση της ανάλυσης θέτει την ίδια την ανάλυση υπό αμφισβήτηση, κάτι που καθιστά τις παραπάνω θεωρίες ένα γελοίο παράδοξο. Γιατί ο άνθρωπος να απομονωθεί; Μα μόνο για να αυτοκαθοριστεί, να αποφύγει τις ξενοβαλμένες ράγες, γιατί σε ράγες μπαίνουν μόνο τα τρένα. Και ο άνθρωπος πρέπει να ταυτιστεί με το χαρακτήρα του σύμπαντος, να αλλάζει συνεχώς γιατί τελικά πραγματικότητα δεν είναι τίποτα άλλο από τις ιδέες μας και αυτό θα είναι η μόνη αλήθεια μέχρι να μάθουμε τη ΜΙΑ.
Γιατί ο άνθρωπος να φοβηθεί να πονέσει; Μα μόνο για να χαρεί, έτσι ορίζεται η ικανοποίηση. Κι τι ικανοποίηση είναι αυτή; Όπως δε γνωρίζεις την ελευθερία αν δεν πετάξεις τα δεσμά, έτσι δε γνωρίζεις την ευτυχία αν δεν τολμήσεις. Οι άμυνες μένουν για τους δειλούς και η γη θα έφτανε ίσα με το μάτι ακόμα. Στατιστικά πάντα μετά τη χαρά έρχεται πόνος, μα τους πόνους στο τέλος δεν τους βρίσκεις στο άλμπουμ με τις αναμνήσεις. Όταν κοιτάξεις πίσω θες πάντα να δεις τα άλματά σου, τα θέλω σου που έσβησες, όσο παρορμητικά κι αν ήταν. Αύτο ίσως να 'ναι μια άλλη ελευθερία μη φιλοσοφικών διαστάσεων. Υποταγή στις συγκινήσεις, τις ορμές, τα λάθη αλλά με ευσυνείδητη ασυνειδησία. Βάλε το φόβο μπροστάρη και ζήσε, και φτάσε να μεθύσεις, να χάσεις τον ύπνο σου, να θυμώσεις και να χτυπηθείς, να χάσεις πριν κερδίσεις. Πόσα είμαστε διατεθιμένοι να θυσιάσουμε για την ασφάλεια και την ελευθερία, για επιτυχίες βιτρίνες; Μήπως τελικά να επιλέγαμε τον ελάχιστο εαυτό; Άμα κρυφτείς ελεύθερος δεν είσαι.